Μετάβαση στο περιεχόμενο

βίζα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βίζα οι βίζες
      γενική της βίζας
    αιτιατική τη βίζα τις βίζες
     κλητική βίζα βίζες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βίζα < λόγιο δάνειο από την αγγλική visa[1] < γαλλική visa ή από τη γαλλική visa[2][3] < λατινική visa ((πράγματα, έγγραφα) που έχουν ιδωθεί), ουδέτερο, πληθυντικός της μετοχής visus < ρήμα video / viso

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvi.za/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βίζα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βίζα θηλυκό

  1. άδεια εισόδου σε μια χώρα που εκδίδεται από τις αρχές της χώρας αυτής και δίνεται σε ξένους πολίτες με την θεώρηση και την επικύρωση διαβατηρίων ή άλλων εγγράφων τους
    παράδειγμα  Θα ταξιδέψει στην Αμερική, γι' αυτό πήγε στην αμερικάνικη πρεσβεία να βγάλει βίζα.
  2. (συνεκδοχικά) το έγγραφο που επιτρέπει την είσοδο και παραμονή ενός αλλοδαπού σε μια ξένη χώρα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βίζα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. βίζα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.