Μετάβαση στο περιεχόμενο

βραχύτης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βραχύτης αἱ βραχύτητες
      γενική τῆς βραχύτητος τῶν βραχυτήτων
      δοτική τῇ βραχύτητ ταῖς βραχύτησ(ν)
    αιτιατική τὴν βραχύτητ τὰς βραχύτητᾰς
     κλητική ! βραχύτης βραχύτητες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βραχύτητε
γεν-δοτ τοῖν  βραχυτήτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βραχύτης < βραχύ(ς) + -της < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mréǵʰus (βραχύς) < *mreǵʰ- +‎ *-us

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βραχύτης θηλυκό [ῠ]

  1. πενιχρότητα
  2. (ρητορική) περιληπτική ή υπαινικτική έκφραση
  3. η ιδιότητα του κοντού, η βραχύτητα
  1. (μετρική) η βραχύτητα μιας συλλαβής
  2. (για την θάλασσα) ρηχότητα