βυζαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βυζαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βυζάνω < μυζῶ < μύζω < (ηχομιμητική λέξη) (μῦ, λόγω του σχήματος και του ήχου που κάνουν τα χείλη του βρέφους)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /viˈze.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βυ‐ζαί‐νω

Ρήμα[επεξεργασία]

βυζαίνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]