γένειον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γένειον < γένυς (η περιοχή κάτω από τα μάγουλα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένειον ουδέτερο

  1. πηγούνι, το κάτω σαγόνι
  2. η γενειάδα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

  • γενειοσυλλεκτάδαι: λέξη που απανατά στον Αθήναιο, στο Δειπνοσοφισταί ("κανείς σαν γενειοσυλλεκτάδαι δεν θα φάει ψάρι;"). Το LSJ εικάζει ότι σήμαινε εκείνους που ίσως συνέλεγαν τα κομμένα γένεια μετά το κούρεμα, αλλά η ερμηνεία δεν είναι βέβαιη και ίσως η λεξη υπονοούσε ότι εκείνοι με τα γένεια "συνέλεγαν" πολλά τρόφιμα στις τρίχες τους καθώς έτρωγαν)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]