γένειον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γένειον < γένυς (η περιοχή κάτω από τα μάγουλα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένειον ουδέτερο

  1. πηγούνι, το κάτω σαγόνι
  2. η γενειάδα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

  • γενειοσυλλεκτάδαι: λέξη που απανατά στον Αθήναιο, στο Δειπνοσοφισταί ("κανείς σαν γενειοσυλλεκτάδαι δεν θα φάει ψάρι;"). Το LSJ εικάζει ότι σήμαινε εκείνους που ίσως συνέλεγαν τα κομμένα γένεια μετά το κούρεμα, αλλά η ερμηνεία δεν είναι βέβαιη και ίσως η λεξη υπονοούσε ότι εκείνοι με τα γένεια "συνέλεγαν" πολλά τρόφιμα στις τρίχες τους καθώς έτρωγαν)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]