γαριφαλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γαριφαλιά οι γαριφαλιές
      γενική της γαριφαλιάς των γαριφαλιών
    αιτιατική τη γαριφαλιά τις γαριφαλιές
     κλητική γαριφαλιά γαριφαλιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαριφαλιά < γαρίφαλ(ο) + -ιά

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.ɾi.faˈʎa/
Gartennelke 1.jpg

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαριφαλιά θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]