γαρίφαλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαρίφαλο γαρίφαλα
γενική γαριφάλου
& γαρίφαλου
γαριφάλων
& γαρίφαλων
αιτιατική γαρίφαλο γαρίφαλα
κλητική γαρίφαλο γαρίφαλα
κόκκινο γαρίφαλο
αποξηραμένα γαρίφαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαρίφαλο < μεσαιωνική ελληνική γαρίφαλο / γαρόφαλον / γαρούφαλο / γαρυόφαλον < βενετική garofolo < λατινική garofolum < ελληνιστική κοινή καρυόφυλλον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική κάρυον + φύλλον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.ˈɾi.fa.lɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαρίφαλο ουδέτερο

  1. (βοτανική) το άνθος της γαριφαλιάς (Dianthus caryophyllus)· έχει διάφορα χρώματα, λεπτό άρωμα και πολύ πυκνά πέταλα
  2. (γαστρονομία) μπαχαρικό που προκύπτει από τον αποξηραμένο καρπό του δέντρου "καρυόφυλλος ο αρωματικός"· μοιάζει με μικρό καρφί κι έχει έντονη γεύση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μοσχοκάρφι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]