δανείστρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δανείστρια < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δανείστρια
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ðaˈni.stɾi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δα‐νεί‐στρι‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δανείστρια θηλυκό (αρσενικό δανειστής)
- αυτή που χορηγεί ένα χρηματικό δάνειο
- ※ Στις συμβάσεις εργασίας που συνάπτουν γυναίκες μνημονεύονται τα εξής γυναικεία επαγγέλματα: τροφός, υπηρέτρια, υφάντρα, ράφτρα, βυρσοδέψις, τσαγκάρισσα, ταβερνάρισσα —αλλά και μαμή και πρακτική γιατρός. Η αμοιβή του άντρα μπορούσε να είναι ακόμη και τριπλάσια από τη γυναικεία. Γυναίκες αναφέρονται, μόνες ή συνεταιρικά, να ασχολούνται με το εμπόριο ή να είναι δανείστριες. Τέλος, στην πελατεία των νοταρίων ανήκουν και οι μοναχές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα έγγραφα από συναλλαγές μοναχών και ζωγράφων.
- 2011 «Η γυναίκα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη με βάση τις Νοταρικές πηγές», 25. 6. 2011, archaiologia.gr, πρόσβαση: 16. 7. 2025
- ※ Στις συμβάσεις εργασίας που συνάπτουν γυναίκες μνημονεύονται τα εξής γυναικεία επαγγέλματα: τροφός, υπηρέτρια, υφάντρα, ράφτρα, βυρσοδέψις, τσαγκάρισσα, ταβερνάρισσα —αλλά και μαμή και πρακτική γιατρός. Η αμοιβή του άντρα μπορούσε να είναι ακόμη και τριπλάσια από τη γυναικεία. Γυναίκες αναφέρονται, μόνες ή συνεταιρικά, να ασχολούνται με το εμπόριο ή να είναι δανείστριες. Τέλος, στην πελατεία των νοταρίων ανήκουν και οι μοναχές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα έγγραφα από συναλλαγές μοναχών και ζωγράφων.
- (σε επιθετική λειτουργία)
- ※ Η Ελλάδα συμμετείχε στην Ετήσια Σύνοδο του Ταμείου, για πρώτη φορά τα τελευταία 12 χρόνια, όχι ως δανειζόμενη, αλλά ως δανείστρια χώρα!
- 2022 «Σταϊκούρας: Η Ελλάδα συμμετείχε στην Σύνοδο του ΔΝΤ για πρώτη φορά τα τελευταία 12 χρόνια ως δανείστρια χώρα», 16. 10. 2022, insider.gr, πρόσβαση: 16. 7. 2025
- ≈ συνώνυμα: δανείζουσα
- ※ Η Ελλάδα συμμετείχε στην Ετήσια Σύνοδο του Ταμείου, για πρώτη φορά τα τελευταία 12 χρόνια, όχι ως δανειζόμενη, αλλά ως δανείστρια χώρα!
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δανείστρια
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- δανείστρια - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | δανείστριᾰ | αἱ | δανείστριαι | ||||
| γενική | τῆς | δανειστρίᾱς | τῶν | δανειστριῶν | ||||
| δοτική | τῇ | δανειστρίᾳ | ταῖς | δανειστρίαις | ||||
| αιτιατική | τὴν | δανείστριᾰν | τὰς | δανειστρίᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | δανείστριᾰ | δανείστριαι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δανειστρίᾱ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | δανειστρίαιν | ||||||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'βοήθεια' όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δανείστρια, -ας θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- δανείστρια - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- δανείστρια - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βοήθεια' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βοήθεια' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Χρειάζονται παραδείγματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)