δεητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δεητικός δεητική δεητικό
γενική δεητικού δεητικής δεητικού
αιτιατική δεητικό δεητική δεητικό
κλητική δεητικέ δεητική δεητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δεητικοί δεητικές δεητικά
γενική δεητικών δεητικών δεητικών
αιτιατική δεητικούς δεητικές δεητικά
κλητική δεητικοί δεητικές δεητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεητικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δεητικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με μια δέηση, παρακλητικός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]