διαβλητός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαβλητός < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]διαβλητός
- αυτός του οποίου αμφισβητείται η εγκυρότητα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαβλητός
|
|