δικτυώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικτυώνω < δίκτυο + -ώνω < αρχαία ελληνική δίκτυον < δικεῖν

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.kti.ˈɔ.nɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

δικτυώνω (παθητική φωνή: δικτυώνομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]