δισακκίδιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δισακκίδιον δισακκιδίω δισακκίδια
Γενική δισακκιδίου δισακκιδίοιν δισακκιδίων
Δοτική δισακκιδί δισακκιδίοιν δισακκιδίοις
Αιτιατική δισακκίδιον δισακκιδίω δισακκίδια
Κλητική δισακκίδιον δισακκιδίω δισακκίδια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δισακκίδιον < δι- + αρχαία ελληνική σακκίον / σακίον < σάκκος / σάκος < σημιτική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δισακκίδιον ουδέτερο