δουκάτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δουκάτο δουκάτα
γενική δουκάτου δουκάτων
αιτιατική δουκάτο δουκάτα
κλητική δουκάτο δουκάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δουκάτο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δουκάτο ουδέτερο

  1. παλαιότερο νόμισμα
  2. κράτος ή περιοχή που διοικείται από Δούκα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]