δρασκελιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δρασκελιά οι δρασκελιές
      γενική της δρασκελιάς των δρασκελιών
    αιτιατική τη δρασκελιά τις δρασκελιές
     κλητική δρασκελιά δρασκελιές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρασκελιά < δρασκελώ + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρασκελιά θηλυκό

  1. το μέγιστο άνοιγμα των ποδιών, το βήμα που κάνει κάποιος ανοίγοντας πολύ τα πόδια του
  2. η απόσταση που διανύει κανείς με ένα (1) τέτοιο βήμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]