ελευθεριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελευθεριακός < ελευθερία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

  1. ασύδοτος, ελευθεριάζων
  2. που θεωρεί πρωταρχική αξία την ελευθερία αλλά δύναται να παρερμηνευθεί από τους άλλους ή να μην γίνουν κατανοητές οι προθέσεις του, αντισυμβατικό ελεύθερο πνεύμα
  3. (πολιτική) που αφορά το ελευθεριακό σοσιαλιστικό κίνημα, αρχές ή φιλοσοφία, ελευθεριακός σοσιαλισμός
  4. (φυσική) για κίνηση ελεύθερη (χωρίς εμπόδια ή επιδράσεις) μεν μα χαοτική-απρόβλεπτη που εμπεριέχει τυχαιότητα