ελευθεριακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. sarri.greek (συζήτηση) 07:57, 25 Οκτωβρίου 2019 (UTC).


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ελευθεριακός η ελευθεριακή το ελευθεριακό
      γενική του ελευθεριακού της ελευθεριακής του ελευθεριακού
    αιτιατική τον ελευθεριακό την ελευθεριακή το ελευθεριακό
     κλητική ελευθεριακέ ελευθεριακή ελευθεριακό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ελευθεριακοί οι ελευθεριακές τα ελευθεριακά
      γενική των ελευθεριακών των ελευθεριακών των ελευθεριακών
    αιτιατική τους ελευθεριακούς τις ελευθεριακές τα ελευθεριακά
     κλητική ελευθεριακοί ελευθεριακές ελευθεριακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελευθεριακός < ελευθερία• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Επίθετο[επεξεργασία]

  1. ασύδοτος, ελευθεριάζων
  2. που θεωρεί πρωταρχική αξία την ελευθερία αλλά δύναται να παρερμηνευθεί από τους άλλους ή να μην γίνουν κατανοητές οι προθέσεις του, αντισυμβατικό ελεύθερο πνεύμα
  3. (πολιτική) που αφορά το ελευθεριακό σοσιαλιστικό κίνημα, αρχές ή φιλοσοφία, ελευθεριακός σοσιαλισμός
  4. (φυσική) για κίνηση ελεύθερη (χωρίς εμπόδια ή επιδράσεις) μεν μα χαοτική-απρόβλεπτη που εμπεριέχει τυχαιότητα