ελικόρευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελικόρευμα ελικορεύματα
γενική ελικορεύματος ελικορευμάτων
αιτιατική ελικόρευμα ελικορεύματα
κλητική ελικόρευμα ελικορεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελικόρευμα < έλικ(α) + -ό- + ρεύμα, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική prop wash

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελικόρευμα ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]