ελληνοδιδάσκαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ελληνοδιδάσκαλος ελληνοδιδάσκαλοι
γενική ελληνοδιδασκάλου ελληνοδιδασκάλων
αιτιατική ελληνοδιδάσκαλο ελληνοδιδασκάλους
κλητική ελληνοδιδάσκαλε ελληνοδιδάσκαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελληνοδιδάσκαλος < Έλληνας + -ο- + διδάσκαλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ελληνοδιδάσκαλος αρσενικό (θηλυκό: ελληνοδιδασκάλισσα)

  1. (παρωχημένο) (εκπαίδευση) ο δάσκαλος των (αρχαίων) ελληνικών
  2. (παρωχημένο) (εκπαίδευση) ο εκπαιδευτικός στο σχολαρχείο ή στο ελληνικό σχολείο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]