εμπειρογνώμων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η εμπειρογνώμων οι εμπειρογνώμονες
      γενική του/της εμπειρογνώμονος των εμπειρογνωμόνων
    αιτιατική τον/την εμπειρογνώμονα τους/τις εμπειρογνώμονες
     κλητική εμπειρογνώμων εμπειρογνώμονες
Δείτε και το νεότερο εμπειρογνώμονας.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμπειρογνώμων < έμπειρος + -ο- + -γνώμων (< γνώμη)
(η λέξη μαρτυρείται από το 1883)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμπειρογνώμων αρσενικό ή θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]