εμπειρογνώμων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμπειρογνώμων εμπειρογνώμονες
γενική εμπειρογνώμονος εμπειρογνωμόνων
αιτιατική εμπειρογνώμονα εμπειρογνώμονες
κλητική εμπειρογνώμων εμπειρογνώμονες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εμπειρογνώμων < έμπειρος + -γνώμων (< γνώμη)· η λέξη συναντάται από το 1883

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εμπειρογνώμων αρσενικό ή θηλυκό και εμπειρογνώμονας

  1. ο ειδικός σε έναν τομέα· που έχει εμπειρία και βαθιά γνώση και καλείται να γνωμοδοτήσει σε θέματα της ειδικότητάς του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]