Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενεπίγραφος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ενεπίγραφος η ενεπίγραφη το ενεπίγραφο
      γενική του ενεπίγραφου της ενεπίγραφης του ενεπίγραφου
    αιτιατική τον ενεπίγραφο την ενεπίγραφη το ενεπίγραφο
     κλητική ενεπίγραφε ενεπίγραφη ενεπίγραφο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ενεπίγραφοι οι ενεπίγραφες τα ενεπίγραφα
      γενική των ενεπίγραφων των ενεπίγραφων των ενεπίγραφων
    αιτιατική τους ενεπίγραφους τις ενεπίγραφες τα ενεπίγραφα
     κλητική ενεπίγραφοι ενεπίγραφες ενεπίγραφα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Αθηναϊκή ενεπίγραφη κύλικα: ΑΘΕΝΟΔΟΤΟΣ ΚΑΛΟΣ, 5ος αι. πκε

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενεπίγραφος < εν- + επιγραφ(ή) + -ος / καθαρεύουσα ἐνεπίγραφος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ενεπίγραφος, -η, -ο

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]