ενεπίγραφος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ενεπίγραφος < εν- + επιγραφ(ή) + -ος / καθαρεύουσα ἐνεπίγραφος
Επίθετο
[επεξεργασία]ενεπίγραφος, -η, -ο
- που φέρει επιγραφή
- ※ Η έκκεντρη τοποθέτηση του κιονίσκου (ή της βάσης) αποδεικνύει ότι ο αναθηματικός τρίποδας ήταν στερεωμένος με τα δύο πρόσθια σκέλη του να πατούν πλησιέστερα προς την κύρια και ενεπίγραφη όψη του. (Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 67-68, μέρος 1, Υπουργείο Πολιτισμού, 2012, σελ. 422)
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ενεπίγραφος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ενεπίγραφος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ενεπίγραφος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εν- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)