εννιάτομος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]εννιάτομος, -η, -ο
- που έχει δημοσιευτεί σε εννέα τόμους
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εννιάτομος
|
|
εννιάτομος, -η, -ο
|
|