εντροπικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εντροπικός εντροπική εντροπικό
γενική εντροπικού εντροπικής εντροπικού
αιτιατική εντροπικό εντροπική εντροπικό
κλητική εντροπικέ εντροπική εντροπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εντροπικοί εντροπικές εντροπικά
γενική εντροπικών εντροπικών εντροπικών
αιτιατική εντροπικούς εντροπικές εντροπικά
κλητική εντροπικοί εντροπικές εντροπικά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εντροπικός αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο, (φυσική)

Στην πολιτική δρουν εντροπικές δυνάμεις, που κατακερματίζουν τον λαό, και τον αλλοιώνουν ηθικά και πολιτισμικά!