εξάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξάρι εξάρια
γενική εξαριού εξαριών
αιτιατική εξάρι εξάρια
κλητική εξάρι εξάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξάρι < έξ(ι) + -άρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξάρι ουδέτερο

  1. το ψηφίο έξι
  2. (κατ’ επέκταση) κάθε τι που αποτελείται από έξι ομοειδή αντικείμενα
    • διαμέρισμα με έξι κύρια δωμάτια
  3. (κατ’ επέκταση) κάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 6
  4. (αθλητισμός) ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην κεντροαμυντική θέση της σύνθεσης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]