εξαερωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξαερωτικός εξαερωτική εξαερωτικό
γενική εξαερωτικού εξαερωτικής εξαερωτικού
αιτιατική εξαερωτικό εξαερωτική εξαερωτικό
κλητική εξαερωτικέ εξαερωτική εξαερωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαερωτικοί εξαερωτικές εξαερωτικά
γενική εξαερωτικών εξαερωτικών εξαερωτικών
αιτιατική εξαερωτικούς εξαερωτικές εξαερωτικά
κλητική εξαερωτικοί εξαερωτικές εξαερωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαερωτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξαερωτικός, -ή, -ό

  1. που προκαλεί την εξαέρωση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]