επιστράτευση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιστράτευση επιστρατεύσεις
γενική επιστράτευσης
& επιστρατεύσεως
επιστρατεύσεων
αιτιατική επιστράτευση επιστρατεύσεις
κλητική επιστράτευση επιστρατεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιστράτευση < επί + στράτευση, αρχαία ελληνική ἐπιστράτευσις,

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιστράτευση θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιστρατεύω
    • (στρατιωτικός όρος): η πρόσκληση υπό τα όπλα, επαναφορά σε στρατιωτική υπηρεσία των εφέδρων λόγω στρατιωτικών αναγκών
    • (πολιτική) η αναγκαστική επαναφορά στην εργασία λόγω εκτάκτων αναγκών
    • (μεταφορικά) η κινητοποίηση προσώπου ή προσώπων, ή ευρύτερη καταβολή δυνάμεων ή γνώσεων για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ο όρος αφορά πρόσωπα, σε αντίθεση με τον όρο επίταξη που αφορά ζώα, μέσα μεταφοράς, τρόφιμα και υλικά.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]