Μετάβαση στο περιεχόμενο

ετεροαναφορά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ετεροαναφορά οι ετεροαναφορές
      γενική της ετεροαναφοράς των ετεροαναφορών
    αιτιατική την ετεροαναφορά τις ετεροαναφορές
     κλητική ετεροαναφορά ετεροαναφορές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ετεροαναφορά (νεολογισμός) < ετερο- + αναφορά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ετεροαναφορά θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]