Μετάβαση στο περιεχόμενο

εφαρμοσμένη τέχνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εφαρμοσμένη τέχνη οι εφαρμοσμένες τέχνες
      γενική της εφαρμοσμένης τέχνης των εφαρμοσμένων τεχνών
    αιτιατική την εφαρμοσμένη τέχνη τις εφαρμοσμένες τέχνες
     κλητική εφαρμοσμένη τέχνη εφαρμοσμένες τέχνες
Συνήθως στον πληθυντικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εφαρμοσμένη τέχνη < απόδοση για την αγγλική craft  δείτε τη μετοχή  εφαρμοσμένη, θηλυκό του εφαρμοσμένος & τέχνη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /efaɾmoˈzmeni ˈtexni/

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

εφαρμοσμένη τέχνη θηλυκό ιδίως στον πληθυντικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]