πρακτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πρακτικός η πρακτική το πρακτικό
      γενική του πρακτικού της πρακτικής του πρακτικού
    αιτιατική τον πρακτικό την πρακτική το πρακτικό
     κλητική πρακτικέ πρακτική πρακτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πρακτικοί οι πρακτικές τα πρακτικά
      γενική των πρακτικών των πρακτικών των πρακτικών
    αιτιατική τους πρακτικούς τις πρακτικές τα πρακτικά
     κλητική πρακτικοί πρακτικές πρακτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρακτικός < αρχαία ελληνική πρακτικός < πράττω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pratique)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾa.ktiˈkos/

Επίθετο[επεξεργασία]

πρακτικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με το πράξη, την εφαρμογή, αναφέρεται, είναι κατάλληλος ή αποσκοπεί σ’ αυτή
     αντώνυμα: θεωρητικός
  2. που απέκτησε τις γνώσεις και τις επαγγελματικές δεξιότητες εκ πείρας κι όχι σε πανεπιστήμιο, σεμινάριο κ.λπ.
     συνώνυμα: εμπειρικός
  3. που βοηθάει, δίνει λύσεις, διευκολύνει, είναι κατάλληλος για κάτι
  4. (ουσιαστικοποιημένο) πρακτική
  5. (ουσιαστικοποιημένο) πρακτικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]