ζέα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ζέα ζέα ζέαι
Γενική ζέας ζέαιν ζεῶν
Δοτική ζέ ζέαιν ζέαις
Αιτιατική ζέαν ζέα ζέας
Κλητική ζέα ζέα ζέαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζέα < *ζεΗ-ια [πβ. ιαπετικό *jev-ja, σανσκριτικά yávas (σιτάρι), λιθ. yavai (σιτάρι)]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζέα θηλυκό

  1. δείτε τη λέξη: ζειά
    • ἐκ δὲ τῶν ἐν Τυρρηνίᾳ πόλεων οἱ πεμφθέντες κέγχρους τε καὶ ζέας συνωνησάμενοι ταῖς ποταμηγοῖς σκάφαις κατεκόμισαν εἰς τὴν πόλιν. (Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Ρωμαϊκή Αρχαιολογία, 7, 12)
    • ἐν κάνησι καὶ πινακίσκοις κεραμεοῖς, ἀλφίτων μάζας καὶ πόπανα καὶ ζέας καὶ καρπῶν τινων ἀπαρχὰς καὶ ἄλλα τοιαῦτα λιτὰ. (Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, Ρωμαϊκή Αρχαιολογία, 2, 23)
  2. γραμμή/ρυτίδα στον ουρανίσκο ενός αλόγου (Ἱππιατρικά, 1, 8)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]