ζαμανφουτιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζαμανφουτιστικός < γαλλική je-m'en-foutiste (αδιάφορος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζαμανφουτιστικός αρσενικό, ζαμανφουτιστική θηλυκό, ζαμανφουτιστικό ουδέτερο

Λέγεται και ζεμανφουτιστικός, ζεμανφουτιστική, ζεμανφουτιστικό.

  • Λέγεται π.χ. για μια συμπεριφορά.
Αυτός έχει πολύ ζαμανφουτιστικό φέρσιμο.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]