ηδυντικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ηδυντικός ηδυντική ηδυντικό
γενική ηδυντικού ηδυντικής ηδυντικού
αιτιατική ηδυντικό ηδυντική ηδυντικό
κλητική ηδυντικέ ηδυντική ηδυντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηδυντικοί ηδυντικές ηδυντικά
γενική ηδυντικών ηδυντικών ηδυντικών
αιτιατική ηδυντικούς ηδυντικές ηδυντικά
κλητική ηδυντικοί ηδυντικές ηδυντικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηδυντικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ηδυντικός, -ή, -ό

  1. που προσδίδει νόστιμη γεύση σε κάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]