ηλιοψημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηλιοψημένος < ηλιο- + ψημένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ηλιοψημένος, -η, -ο

  1. που έχει μελαχρινό δέρμα εξαιτίας της μακροχρόνιας έκθεσης στον ήλιο
    Ευθύς μετ’ ολίγον, ο Πάπος, φαγκρίζων και γελών, ως προσωπίς αποκριάτικη, κάτισχνος, μελαψός, και ηλιοψημένος, ήλθε πλησίον εκεί ... (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Το ενιαύσιον θύμα)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]