θερμοπίδακας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θερμοπίδακας < θερμός + -ο- + πίδακας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική geyser)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /θeɾ.moˈpi.ða.kas/

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θερμοπίδακας αρσενικό
- φυσικό άνοιγμα του εδάφους που εκτοξεύει κατά διαστήματα πολύ θερμό νερό και ατμό λόγω συσσώρευσης υπόγειας πίεσης
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φύλακας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)