θετικισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θετικισμός θετικισμοί
γενική θετικισμού θετικισμών
αιτιατική θετικισμό θετικισμούς
κλητική θετικισμέ θετικισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θετικισμός < θετικός + -ισμός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική positivisme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θετικισμός αρσενικό

  1. φιλοσοφικό ρεύμα που απορρίπτει τη μεταφυσική και υποστηρίζει ότι η μόνη έγκυρη γνώση είναι αυτή που μπορεί να επιβεβαιωθεί μέσω της επιστημονικής μεθόδου
  2. απόρριψη δυνητικά μη μετρήσιμων μεγεθών (έστω ούτε μελλοντικά μετρήσιμα αν κι αυτό δύσκολα είναι γνωστό εκ των προτέρων) εισηγμένων σε θεωρία κι άρα πιθανή απόρριψη της σύγχρονης φυσικής

Ο θετικισμός επιβάλλει την εισαγωγή μόνο μετρήσιμων (έστω δυνητικά στο μέλλον) μεγεθών στους τύπους των φυσικών θεωριών, και στέκεται εμπόδιο στις περισσότερες σύγχρονες διατυπώσεις αφού είτε θεμελιωδώς είναι ανέφικτο όταν αναφερόμαστε σε διαφορετικά σύμπαντα είτε δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει πιθανότητα να μετρηθεί η κάθε αξιωματικά εισηγμένη παράμετρος. Steven Weinberg

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]