θοριούχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θοριούχος θοριούχα θοριούχο
γενική θοριούχου θοριούχας θοριούχου
αιτιατική θοριούχο θοριούχα θοριούχο
κλητική θοριούχε θοριούχα θοριούχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θοριούχοι θοριούχες θοριούχα
γενική θοριούχων θοριούχων θοριούχων
αιτιατική θοριούχους θοριούχες θοριούχα
κλητική θοριούχοι θοριούχες θοριούχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θοριούχος < θόριο + -ούχος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θοριούχος, -α, -ο

  1. (χημεία): χημική ένωση που φέρει στο μόριό της άτομο θορίου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]