Μετάβαση στο περιεχόμενο

θῶμιγξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θῶμιγξ αἱ θώμιγγες
      γενική τῆς θώμιγγος τῶν θωμίγγων
      δοτική τῇ θώμιγγ ταῖς θώμιγξ(ν)
    αιτιατική τὴν θώμιγγ τὰς θώμιγγᾰς
     κλητική ! θῶμιγξ θώμιγγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θώμιγγε
γεν-δοτ τοῖν  θωμίγγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φάλαγξ' όπως «φάλαγξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θῶμιγξ < άγνωστης ετυμολογίας. Ίσως συγγενές με το λατινικά fūnis (σχοινί). To ιγγ- κατά τον Beekes μαρτυρεί προελληνική προέλευση[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θῶμιγξ θηλυκό

  1. σχοινί, κορδόνι
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 199.2
    ἐν τεμένεϊ Ἀφροδίτης κατέαται στέφανον περὶ τῇσι κεφαλῇσι ἔχουσαι θώμιγγος πολλαὶ γυναῖκες·
    στο τέμενος της Αφροδίτης κάθονται έχοντας στεφάνι από σκοινί στα κεφάλια πολλές γυναίκες
  2. χορδή τόξου
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Πέρσαι, στίχ. 561
    πολλὰ μὲν γὰρ ἐκ χερῶν πέτροισιν ἠράσσοντο, τοξικῆς τ᾽ ἄπο θώμιγγος ἰοὶ προσπίτνοντες ὤλλυσαν·
    γιατί βροχή απ᾽ τα χέρια τους πέφτοντας πέτρες κι από των τόξων τις νευρές βέλη χαλάζι το θάνατο σκορπούσανε·
    Mετάφραση (1930): Ιωάννης Γρυπάρης
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Ι
    <ἱππικὴ βάσις>· ἡ νευρὰ τοῦ τόξου, διὰ τὸ ἐξ ἱππείων γίνεσθαι νευρῶν. οἱ δὲ <θώμιγγα νευρῶν ἱππικὴν> καλοῦσιν
  3. πετονιά ψαρέματος

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.