καζανιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καζανιά καζανιές
γενική καζανιάς καζανιών
αιτιατική καζανιά καζανιές
κλητική καζανιά καζανιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καζανιά < καζάν(ι) + -ιά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.zaˈɲa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καζανιά θηλυκό

  1. η χωρητικότητα ενός καζανιού, ανά είδος
  2. η συνήθης ποσότητα φαγητού που μαγειρεύεται σ' ένα καζάνι
  3. η ποσότητα υγρού ή ατμού που χωράει ένα κλειστό καζάνι
  4. (ιδιωματικό) η ποσότητα φαγητού που μαγειρεύεται σε καζάνι(α) και μοιράζεται σε θρησκευτικές ή άλλες εκλδηλώσεις

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]