καπετανάτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπετανάτο καπετανάτα
γενική καπετανάτου καπετανάτων
αιτιατική καπετανάτο καπετανάτα
κλητική καπετανάτο καπετανάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπετανάτο < καπετάνιος + -άτο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.pε.ta.ˈna.tɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπετανάτο ουδέτερο

  1. (ιστορία) περιοχή στην οποία είχε δικαιοδοσία ένας καπετάνιος
  2. (ιστορία) (κατ’ επέκταση) η δικαιοδοσία ή η εξουσία που είχε ένας καπετάνιος
  3. (μεταφορικά) η εξουσία ή η δικαιοδοσία κάποιου και η επιβολή του σε άλλους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]