κατατρεγμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κατατρεγμός οι κατατρεγμοί
      γενική του κατατρεγμού των κατατρεγμών
    αιτιατική τον κατατρεγμό τους κατατρεγμούς
     κλητική κατατρεγμέ κατατρεγμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατατρεγμός < κατά + τρέχω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατατρεγμός αρσενικό

  1. Η συνεχής και επίμονη δίωξη
  2. Η καταδίωξη

(ο κατατρεγμός των Ελλήνων επί Τουρκοκρατίας)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]