κατσούλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατσούλι κατσούλια
γενική
αιτιατική κατσούλι κατσούλια
κλητική κατσούλι κατσούλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατσούλι < μεσαιωνική ελληνική κατσούλι (γατάκι), υποκοριστικό του κατσί < κατσίον < κατίον, υποκοριστικό του κάττα < λατινική cattus < αρχαία αιγυπτιακά čaute[χρειάζεται μεταγραφή], θηλυκό τού caus[χρειάζεται μεταγραφή] (αγριόγατα) < tešau[χρειάζεται μεταγραφή] (θηλυκή γάτα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατσούλι ουδέτερο