καυχησιολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καυχησιολογία οι καυχησιολογίες
      γενική της καυχησιολογίας των καυχησιολογιών
    αιτιατική την καυχησιολογία τις καυχησιολογίες
     κλητική καυχησιολογία καυχησιολογίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καυχησιολογία < καύχηση + -ο- + -λογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καυχησιολογία θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]