καφενές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καφενές καφενέδες
γενική καφενέ καφενέδων
αιτιατική καφενέ καφενέδες
κλητική καφενέ καφενέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καφενές < καφές

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καφενές αρσενικό

  1. Κι όταν ανάψουν οι λάμπες του πετρελαίου, οι άνθρωποι αραδιασμένοι στους καφενέδες πίνουν ρακί με χταπόδι. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]