κιτρινιάρης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | κιτρινιάρης | η | κιτρινιάρα | το | κιτρινιάρικο |
| γενική | του | κιτρινιάρη | της | κιτρινιάρας | του | κιτρινιάρικου |
| αιτιατική | τον | κιτρινιάρη | την | κιτρινιάρα | το | κιτρινιάρικο |
| κλητική | κιτρινιάρη | κιτρινιάρα | κιτρινιάρικο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | κιτρινιάρηδες | οι | κιτρινιάρες | τα | κιτρινιάρικα |
| γενική | των | κιτρινιάρηδων | — | των | κιτρινιάρικων | |
| αιτιατική | τους | κιτρινιάρηδες | τις | κιτρινιάρες | τα | κιτρινιάρικα |
| κλητική | κιτρινιάρηδες | κιτρινιάρες | κιτρινιάρικα | |||
| To ουδέτερο, από τα επίθετα σε -ικος. Το αρσενικό και το θηλυκό, και ως ουσιαστικά. | ||||||
| Κατηγορία όπως «ζηλιάρης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κιτρινιάρης < μεσαιωνική ελληνική κιτρινιάρης < κίτριν(ος) + -ιάρης[1]
Επίθετο
[επεξεργασία]κιτρινιάρης, -α, -ικο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κιτρινιάρης
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κιτρινιάρης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας