κλιμάκωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλιμάκωση < αρχαία ελληνική Κλίμαξ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλιμάκωση θηλυκό

  1. βαθμιαία αύξηση της έντασης ή της ευρύτητας μιας συγκεκριμένης ενέργειας ή δραστηριότητας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]