Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοσμάρα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κοσμαράς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοσμάρα οι κοσμάρες
      γενική της κοσμάρας
    αιτιατική την κοσμάρα τις κοσμάρες
     κλητική κοσμάρα κοσμάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοσμάρα < κόσμος + μεγεθυντικό επίθημα -άρα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /koˈzma.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κοσμάρα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοσμάρα θηλυκό, μόνο στον ενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]