κοσμάρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κοσμάρα | οι | κοσμάρες |
| γενική | της | κοσμάρας | — | |
| αιτιατική | την | κοσμάρα | τις | κοσμάρες |
| κλητική | κοσμάρα | κοσμάρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοσμάρα < κόσμος + μεγεθυντικό επίθημα -άρα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koˈzma.ɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κο‐σμά‐ρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κοσμάρα θηλυκό, μόνο στον ενικό
- (ειρωνικό) ο κόσμος ή η εκτός πραγματικότητας κατάσταση στην οποία ζει κάποιος
Ζει στην κοσμάρα του.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κοσμάρα
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- κοσμάρα - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- κοσμάρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- κοσμάρα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με μεγεθυντικό επίθημα -άρα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)