κουμπές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουμπές κουμπέδες
γενική κουμπέ κουμπέδων
αιτιατική κουμπέ κουμπέδες
κλητική κουμπέ κουμπέδες

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ˈbɛs/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουμπές < τουρκική kubbe < αραβική قبة (qúbba τρούλος, θόλος) < περσική کپه (koppe)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουμπές αρσενικό

  • (παρωχημένο) (λαϊκότροπο) ημισφαιρική στέγη, ή σφαιρικό τμήμα στέγης
    Αποφάσισα να γίνω στην Αγια-Σοφιά κουμπές, / να 'ρχονται να προσκυνούνε Τουρκοπούλες και Ρωμιές. (Παραδοσιακό μικρασιατικό τραγούδι)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]