κυβερνήσιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κυβερνήσιμος κυβερνήσιμη κυβερνήσιμο
γενική κυβερνήσιμου κυβερνήσιμης κυβερνήσιμου
αιτιατική κυβερνήσιμο κυβερνήσιμη κυβερνήσιμο
κλητική κυβερνήσιμε κυβερνήσιμη κυβερνήσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυβερνήσιμοι κυβερνήσιμες κυβερνήσιμα
γενική κυβερνήσιμων κυβερνήσιμων κυβερνήσιμων
αιτιατική κυβερνήσιμους κυβερνήσιμες κυβερνήσιμα
κλητική κυβερνήσιμοι κυβερνήσιμες κυβερνήσιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυβερνήσιμος < κυβερνώ (κυβέρνησα) + -ιμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κυβερνήσιμος, -η, -ο

  • (νεολογισμός) (πολιτική) που μπορεί ή που είναι ικανός να κυβερνηθεί
    Παρεμπιπτόντως, πολύ μας παραξένεψε αυτός ο όρος που «εισπήδησε», μετά το καλοκαίρι, στον δημόσιο διάλογο, εντός και εκτός αριστεράς. «Κυβερνήσιμος», στα ελληνικά, δεν είναι αυτός που μπορεί να κυβερνήσει, αλλά αυτός που μπορεί να κυβερνηθεί. 'Ισως, αυτή η λέξη προήλθε από κάποιον εξοικειωμένο με τα «αυτοκρατορικά» αγγλικά, που εμπνεύστηκε από το governance (διακυβέρνηση) ή governability (κυβερνησιμότητα). Το governance προτάθηκε για το πώς πρέπει να κυβερνάται η ΕΕ. Σε αντίθεση με το government (κυβέρνηση), που αποδίδει λαό που κυβερνάει, το governance σημαίνει τρόπο διακυβέρνησης ενός λαού. Ανεξαρτήτως ελληνικών, η «κυβερνησιμότητα» είναι λάθος. Προσδιορίζει την ικανότητα ενός υποκειμένου να αντικαταστήσει ένα άλλο στη διακυβέρνηση ενός χοντρικά δεδομένου κρατικού πλαισίου. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]