κυνάγχη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : συνάγχη, συνάχι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κυνάγχη
γενική κυνάγχης
αιτιατική κυνάγχη
κλητική κυνάγχη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυνάγχη < αρχαία ελληνική κυνάγχη < κύων (: σκύλος) + ἄγχω (: πνίγω) από παραλλαγή σε συνάγχη προέρχεται το συνάχι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ˈna.ŋçi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κυνάγχη θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. (ιατρική) φλεγμονή του φάρυγγα που προκαλεί δυσκολία στην αναπνοή και την κατάποση, συνάχι
  2. (ειδικότερα) ασθένεια των σκύλων που προκαλεί φλόγωση των πνευμόνων και μπορεί να καταλήξει σε θάνατο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]