κόνταξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κόνδαξ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόνταξ κόντακε κόντακες
Γενική κόντακος κοντάκοιν κοντάκων
Δοτική κόντακι κοντάκοιν κόνταξι(ν)
Αιτιατική κόντακα κόντακε κόντακας
Κλητική κόνταξ κόντακε κόντακες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόνταξ < αρχαία ελληνική κοντός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόνταξ αρσενικό

  1. (ελληνιστική κοινή) κοντάρι
    Άλλες μορφές: κοντός
  2. (ελληνιστική κοινή) άλλη μορφή του κόνδαξ