κόρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κόρα οι κόρες
      γενική της κόρας
    αιτιατική την κόρα τις κόρες
     κλητική κόρα κόρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόρα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόρα θηλυκό

  1. το εξωτερικό σκληρό μέρος του ψωμιού (σε αντιδιαστολή με την εσωτερική μαλακή ψίχα)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόρα θηλυκό