λίπασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λίπασμα λιπάσματα
γενική λιπάσματος λιπασμάτων
αιτιατική λίπασμα λιπάσματα
κλητική λίπασμα λιπάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λίπασμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λίπασμα ουδέτερο

  1. οποιαδήποτε ουσία, φυσική ή τεχνητά παρασκευασμένη που βελτιώνει την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα των φυτών

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]