λαμόγιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαμόγιο λαμόγια
γενική λαμόγιου λαμόγιων
αιτιατική λαμόγιο λαμόγια
κλητική λαμόγιο λαμόγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαμόγιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ˈmɔ.ʝɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαμόγιο ουδέτερο

  • (κακόσημο) που υποκρίνεται τον αγοραστή για να προσελκύσει πελάτες για χάρη κάποιου άλλου· που επωφελείται εξαπατώντας κι έπειτα αποχωρεί. Η πράξη στο σύνολό της αποκαλείται λαμογιά

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • την κάνω λαμόγιο (/λαμόγια): εξαπατώ κάποιον και εξαφανίζομαι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]